- ενίγυιος
- ἑνίγυιος, -ον (Α)1. ο ενωμένος σ' ένα σώμα, ο συμφυής2. χωλός από το ένα πόδι (κατά το λεξικό Σούδα, «ἑνίγυιοςὁ ἕν μέλος ἔχων, ὁ κυλλός».[ΕΤΥΜΟΛ. < είς, ενός + -γυιος < γυίον «μέλος σώματος (χέρι, σπλάχνα) ή και όλο το σώμα» (πρβλ. πεντηκοντόγυιος, τρίγυιος κ.ά.)].
Dictionary of Greek. 2013.